Πώς o Τζέισον Γουάνγκ αναδιαμορφώνει τη γρήγορη εστίαση

Ο Τζέισον Γουάνγκ βρίσκεται «κρυμμένος” στην Ιαπωνία από τον Μάρτιο. Σταμάτησε εκεί επιστρέφοντας από διακοπές 10 ημερών στην Ινδονησία, όπου είχε πάει για καταδύσεις, και λόγω της  πανδημίας του κορονοϊού αποφάσισε να παραμείνει και να μην επιστρέψει για λίγο στο σπίτι του στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο. Παρά την απουσία του, πάντως, -αλλά και τον καταστροφικό αντίκτυπο της πανδημίας στον κλάδο της εστίασης- η μίνι αυτοκρατορία casual ταχυεστιατορίων του Γουάνγκ στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ βρίσκεται σε τροχιά επέκτασης.

Προσφάτως, ο Γουάνγκ, ευρισκόμενος πάντα στο Τόκιο, πέρασε αρκετές ώρες σχεδιάζοντας τα εγκαίνια του νέου καταστήματος της αλυσίδας του ταϊλανδέζικου φαγητού Rooster & Rice, στο εμπορικό κέντρο Westfield Valley Fair στη Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνια. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα στη Σίλικον Βάλεϊ. Παρότι βέβαια για τα εστιατόρια εντός του κέντρου ισχύει ο περιορισμός να λειτουργούν μόλις στο 25% της δυναμικότητάς τους (σ.μ. λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας), εστιατόρια όπως αυτό του Γουάνγκ λειτουργούν για take away. «Πιθανόν είναι το χειρότερο σημείο για να έχει τώρα κάποιος ένα εστιατόριο – και το ενοίκιο είναι ακριβό”, λέει ο Γουάνγκ.

Όπως αποδείχθηκε όμως, οι πελάτες έδωσαν το «παρών” από την πρώτη στιγμή, με το εστιατόριο να πραγματοποιεί πωλήσεις της τάξης των 1.000 δολαρίων την πρώτη ημέρα λειτουργίας του. Κι όσο απίθανο κι αν ακούγεται, ο Γουάνγκ πιστεύει ότι το συγκεκριμένο εστιατόριο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο προσοδοφόρα του αναπτυσσόμενου δικτύου του, με τον ίδιο να ευελπιστεί η «αυτοκρατορία” του να επεκταθεί και εκτός Ειρηνικού.

«Πήγαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε”, δήλωσε ο 33χρονος Γουάνγκ, μέσω Zoom, λίγες ώρες μετά τα εγκαίνια.

Ο ίδιος εξάλλου, γνωρίζει καλά το «παιχνίδι”. Ως ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Caviar, μιας εφαρμογής delivery που απευθύνεται στους λάτρεις του καλού φαγητού, ο Γουάνγκ ουσιαστικά έδειξε στα καλά εστιατόρια πώς να μπουν στο «παιχνίδι” της παράδοσης φαγητού. Πλέον έχει πωλήσει την Caviar, αλλά συνεχίζει την προσπάθεια από την αντίπερα όχθη, «τρέχοντας” τα δικά του εστιατόρια και συνεργαζόμενος όχι μόνο με την πρώην εταιρεία του (Caviar) αλλά και με τους πάλαι ποτέ ανταγωνιστές του, την DoorDash και την Uber Eats.

Οι κορυφαίες αυτές εφαρμογές παράδοσης φαγητού -που αποτελούν τον συνδετικό κρίκο των εστιατορίων, με τους οδηγούς και τους πελάτες- έχουν γίνει τελευταία αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων γιατί χρεώνουν τις υπηρεσίες τους προς τα εστιατόρια ιδιαίτερα ακριβά, «απαιτώντας” το 25%-30% του κόστους κάθε παραγγελίας, την ώρα μάλιστα που ο κλάδος της εστίασης αγωνίζεται να επιβιώσει από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού.

Ο Γουάνγκ, πάντως, είναι πιο λογικός: «Αν χάσω το 85% των εσόδων μου, επειδή δεν θέλω να πληρώσω την προμήθεια [στην εφαρμογή], τότε τέρμα. Θα μείνω εκτός αγοράς».

Παρ’ όλα αυτά δεν κάθεται άπραγος. Αντίθετα, προσπαθεί να περιορίσει το ύψος αυτής της «ζημιάς”, έχοντας λανσάρει μια εφαρμογή προπαραγγελίας φαγητού για την αλυσίδα Rooster & Rice. Προς το παρόν, η εφαρμογή προσφέρει μόνο τη δυνατότητα παραγγελίας για παραλαβή από το εστιατόριο, ωστόσο μετά από μόλις δύο μήνες λειτουργίας της αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των παραγγελιών της Rooster & Rice.

Πώς o Τζέισον Γουάνγκ αναδιαμορφώνει τη γρήγορη εστίαση

Ο Γουάνγκ πλέον αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη διαχείριση εστιατορίων από ό,τι έκανε όταν «έτρεχε” την Caviar. Ο 33χρονος ίδρυσε την Caviar το 2012. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, και αφού η εταιρεία είχε συγκεντρώσει χρηματοδότηση 15 εκατ. δολαρίων από κορυφαίες εταιρείες όπως οι Tiger Global και Andreessen Horowitz, πώλησε την Caviar στην Square του δισεκατομμυριούχου Τζακ Ντόρσεϊ έναντι 90 εκατ. δολαρίων.

Τρία χρόνια αργότερα, το 2015, ο Γουάνγκ κέρδισε μια θέση στη λίστα του Forbes «30 Under 30”.

«Πραγματικά απέδωσε» (σ.μ. το εγχείρημα της Caviar), λέει σήμερα ο Γουάνγκ. Ο ακούραστος επιχειρηματίας, χρησιμοποίησε αυτά τα χρήματα -και το όραμά του- για να «τρέξει” πολλές νέες προσπάθειες. Από κοινού με τους τρεις άλλους συνιδρυτές της Caviar, ο Γουάνγκ δημιούργησε το 2015 ένα ταμείο επιχειρηματικών συμμετοχών, το Beluga Capital, εστιάζοντας σε επενδύσεις σε επιχειρήσεις τεχνολογίας τροφίμων πρώιμου σταδίου. Δημιούργησε επίσης μια εταιρεία επενδύσεων σε εστιατόρια με την ονομασία Umai, ιαπωνική λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το καλό φαγητό.

Και κάπως έτσι εισήλθε στον χώρο του franchising εστιατορίων. Τον Σεπτέμβριο του 2016 απέκτησε τα δικαιώματα δικαιόχρησης του Halal Guys στο Σιάτλ – εκείνη την εποχή ήταν «το πιο καυτό franchise deal στις ΗΠΑ», υπερηφανεύεται ο Γουάνγκ. Τον Ιανουάριο του 2018, πρόσθεσε στο χαρτοφυλάκιό του ένα εστιατόριο της κορεατικής αλυσίδας τηγανητού κοτόπουλου Bonchon στο Σαν Χοσέ.

The Halal Guys

Μόλις τον περασμένο μήνα, δε, άνοιξε το δεύτερο εστιατόριο Halal Guys στο Σιάτλ, στο ισόγειο των γραφείων της Amazon, δίπλα στο Facebook και την Apple. «Είναι μια πόλη-φάντασμα αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει κανείς στους δρόμους. Αλλά, παραδόξως, επιβιώνουμε”, τονίζει ο Γουάνγκ, επισημαίνοντας ότι οι πωλήσεις των εστιατορίων του είναι ελαφρώς υψηλότερες μέχρι αυτή τη στιγμή φέτος. Εξάλλου, όπως εξηγεί: «Το φαγητό μας είναι φτιαγμένο για take away».

Σήμερα, ο Γουάνγκ είναι συνιδιοκτήτης σε 10 εστιατόρια Rooster & Rise στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, δύο εστιατορίων Halal Guys στο Σιάτλ και ενός Bonchon στο Σαν Χοσέ.

ΠΗΓΗ: capital.gr